Το σοβαρό κενό προστασίας των δανειοληπτών απέναντι στις εταιρείες διαχείρισης πιστώσεων φέρνει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή ο ευρωβουλευτής του ΠΑΣΟΚ Σάκης Αρναούτογλου.
Παρά τις Κυβερνητικές διαβεβαιώσεις περί θεσμικής προστασίας, ο πολίτης που θέλει να καταγγείλει πρακτικές servicer βρίσκεται αντιμέτωπος με έναν λαβύρινθο αρμοδιοτήτων. Η επίσημη ενημέρωση της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών παραπέμπει για την Ελλάδα μόνο στην Τράπεζα της Ελλάδος. Η ίδια η Τράπεζα, όμως, διευκρινίζει ότι σημαντικά ζητήματα, όπως ο υπολογισμός τόκων και οφειλής, ορισμένες χρεώσεις, η άρνηση παροχής πληροφοριών και οι οχλήσεις, δεν εμπίπτουν στο σύνολό τους στις αρμοδιότητές της.
Το αποτέλεσμα είναι ο δανειολήπτης να μην γνωρίζει πού πρέπει να απευθυνθεί, να παραπέμπεται από υπηρεσία σε υπηρεσία και τελικά να μένει χωρίς ουσιαστική απάντηση. Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί και το γεγονός ότι η Οδηγία (ΕΕ) 2021/2167 δεν εφαρμόζεται στις μεταβιβάσεις πιστώσεων που πραγματοποιήθηκαν πριν από τις 30 Δεκεμβρίου 2023.
Με την ερώτησή του, ο Σάκης Αρναούτογλου ζητά από την Επιτροπή να εξακριβώσει εάν οι δανειολήπτες στην Ελλάδα ενημερώνονται πράγματι για την αρμόδια αρχή ανάλογα με το αντικείμενο της καταγγελίας τους. Ζητά επίσης να αποσαφηνιστεί γιατί η EBA εμφανίζει μόνο την Τράπεζα της Ελλάδος και να δημοσιοποιηθεί η ακριβής κατανομή αρμοδιοτήτων και ο μηχανισμός παραπομπής των καταγγελιών.
Παράλληλα, ζητά να δημοσιεύονται συγκρίσιμα στοιχεία για τον αριθμό, το είδος, τον χρόνο εξέτασης και την έκβαση των καταγγελιών, καθώς και για τις κυρώσεις ή τα διορθωτικά μέτρα που επιβάλλονται.
Με αφορμή την κατάθεση της ερώτησης ο ευρωβουλευτής του ΠΑΣΟΚ δήλωσε:
«Η Κυβέρνηση άφησε τους servicers να γνωρίζουν πολύ καλά τι μπορούν να απαιτήσουν από τον πολίτη, αλλά δεν φρόντισε να γνωρίζει ο πολίτης πού μπορεί να τους καταγγείλει. Όταν πρόκειται για δόσεις, τόκους και απαιτήσεις, το σύστημα λειτουργεί με ταχύτητα. Όταν όμως ο δανειολήπτης ζητά προστασία, αρχίζει το γνωστό κυβερνητικό πινγκ πονγκ των αρμοδιοτήτων.
Δεν μπορεί ένας άνθρωπος που κινδυνεύει να χάσει το σπίτι ή την περιουσία του να αναγκάζεται να γίνει νομικός για να ανακαλύψει ποια υπηρεσία είναι αρμόδια. Η σαφής ενημέρωση, η έγκαιρη εξέταση μιας καταγγελίας και η δημοσιοποίηση των αποτελεσμάτων δεν είναι χάρη. Είναι στοιχειώδη δικαιώματα.
Η Κυβέρνηση οφείλει να σταματήσει να κρύβεται πίσω από τον κατακερματισμό των αρμοδιοτήτων και να δημιουργήσει άμεσα έναν σαφή, ενιαίο και προσβάσιμο μηχανισμό καταγγελιών. Οι δανειολήπτες χρειάζονται πραγματική προστασία και λογοδοσία — όχι άλλον έναν γραφειοκρατικό λαβύρινθο που τελικά εξυπηρετεί μόνο τους ισχυρούς».
Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της ερώτησης:
Θέμα: Ασαφείς αρμοδιότητες για τις καταγγελίες δανειοληπτών κατά servicers στην Ελλάδα
Η Οδηγία (ΕΕ) 2021/2167 προβλέπει ότι οι δανειολήπτες πρέπει να ενημερώνονται με σαφή και συγκεκριμένο τρόπο για τα στοιχεία επικοινωνίας της αρμόδιας αρχής στην οποία μπορούν να υποβάλουν καταγγελία. Προβλέπει επίσης ότι οι αρμόδιες εθνικές αρχές οφείλουν να διαθέτουν δημοσιευμένη διαδικασία και να εξετάζουν εγκαίρως τις καταγγελίες.
Ωστόσο, η επίσημη ενημέρωση της EBA εμφανίζει για την Ελλάδα μόνο την Τράπεζα της Ελλάδος. Η ίδια η Τράπεζα διευκρινίζει ότι σημαντικά ζητήματα, όπως ο υπολογισμός τόκων και οφειλής, ορισμένες χρεώσεις, η άρνηση παροχής πληροφοριών μετά την καταγγελία της σύμβασης και οι οχλήσεις, δεν εμπίπτουν στο σύνολό τους στις αρμοδιότητές της. Δημιουργείται έτσι κίνδυνος ο δανειολήπτης να παραπέμπεται μεταξύ διαφορετικών αρχών χωρίς σαφή καθοδήγηση.
Επιπλέον, η Οδηγία δεν εφαρμόζεται στις μεταβιβάσεις πιστώσεων που πραγματοποιήθηκαν πριν από τις 30 Δεκεμβρίου 2023.
Ερωτάται η Επιτροπή:
-
Έχει εξακριβώσει εάν οι δανειολήπτες στην Ελλάδα ενημερώνονται πράγματι για την αρμόδια αρχή, ανάλογα με το αντικείμενο της καταγγελίας τους;
-
Γιατί η EBA εμφανίζει μόνο την Τράπεζα της Ελλάδος και προτίθεται να συμπληρώσει την ενημέρωση με την ακριβή κατανομή αρμοδιοτήτων και τον προβλεπόμενο μηχανισμό παραπομπής;
-
Στην αξιολόγηση της Οδηγίας έως τις 29 Δεκεμβρίου 2026 θα δημοσιοποιήσει συγκρίσιμα στοιχεία ανά κράτος μέλος για τον αριθμό, το είδος, τον χρόνο εξέτασης και την έκβαση των καταγγελιών, τις παραπομπές μεταξύ αρχών και τα διορθωτικά μέτρα ή τις κυρώσεις;









