Στο προσκήνιο επανέρχεται υπόθεση που είχε απασχολήσει την τοπική επικαιρότητα κατά την προεκλογική περίοδο των δημοτικών εκλογών του 2023 στο Αγρίνιο, με αφορμή πρωτόδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου.
Η υπόθεση αφορά δημόσιες καταγγελίες πρώην υποψήφιας της παράταξης «Αγρίνιο – Πάμε Ψηλά» περί πιέσεων για τη συμμετοχή της στο ψηφοδέλτιο, καθώς και ισχυρισμούς για πολιτικές σκοπιμότητες που συνδέονταν με την Κοινότητα Αγγελοκάστρου.
Σύμφωνα με όσα αναφέρονται για το περιεχόμενο της απόφασης, το δικαστήριο έκρινε ψευδείς και συκοφαντικούς τους επίμαχους ισχυρισμούς, αναγνωρίζοντας προσβολή της προσωπικότητας του Κώστα Πιστιόλα και της συζύγου του.
Τη δικαστική εξέλιξη σχολίασε με δήλωσή του ο επικεφαλής της παράταξης, κάνοντας λόγο για εμπιστοσύνη στη Δικαιοσύνη και υπογραμμίζοντας τη σημασία του σεβασμού στους θεσμούς.
Η ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΔΥΑΣΜΟΎ «ΑΓΡΙΝΙΟ ΠΑΜΕ ΨΗΛΑ»:
- Κόλαφος για τους συκοφάντες η δικαστική απόφαση
- Η συκοφαντία κατέρρευσε και με τον πλέον επίσημο τρόπο.
Ανήθικος προεκλογικός πόλεμος ήταν, όπως αποδεικνύεται πλέον από την πρωτόδικη δικαστική απόφαση, η επιχείρηση σπίλωσης που στήθηκε λίγο πριν από τις δημοτικές εκλογές του 2023 σε βάρος του Κώστα Πιστιόλα, της οικογένειάς του και της παράταξης «Αγρίνιο – Πάμε Ψηλά». Μια υπόθεση που τότε προβλήθηκε ως πολιτικό και ηθικό σκάνδαλο κατέρρευσε ενώπιον της Δικαιοσύνης, η οποία έκρινε ψευδείς και συκοφαντικούς τους βασικούς ισχυρισμούς που είχαν διακινηθεί.
Στο επίκεντρο βρέθηκε ανάρτηση γυναίκας που εργαζόταν σε επιχείρηση της οικογένειας Πιστιόλα και είχε αρχικά δηλώσει υποψηφιότητα με την παράταξη «Αγρίνιο – Πάμε Ψηλά». Η ίδια υποστήριξε δημόσια ότι δέχθηκε συνεχείς πιέσεις και έμμεσους εκβιασμούς σχετικά με την εργασία της, προκειμένου να ενταχθεί στο ψηφοδέλτιο. Ισχυρίστηκε ακόμη ότι στόχος της υποψηφιότητάς της ήταν να χρησιμοποιηθεί πολιτικά εναντίον του προέδρου της Κοινότητας Αγγελοκάστρου.
Το Αγγελόκαστρο δεν εμφανίστηκε τυχαία στην υπόθεση. Η γυναίκα που έκανε την επίμαχη ανάρτηση συνδεόταν άμεσα οικογενειακά με τον νυν Πρόεδρο της Κοινότητας, καθώς είναι σύζυγος του αδελφού του. Με άλλα λόγια, η συγγενική αυτή σχέση αξιοποιήθηκε ως βασικό στοιχείο του αφηγήματος ότι η υποψηφιότητά της αποτελούσε δήθεν σχέδιο πολιτικής φθοράς του προέδρου στο ίδιο του το χωριό.
Σύμφωνα με όσα είχε γράψει, αρχικά δέχθηκε να συμμετάσχει μόνο για λόγους ποσόστωσης και ζήτησε να τοποθετηθεί σε άλλη Κοινότητα, επιλέγοντας τελικά τη Γαβαλού. Αργότερα, όπως ισχυρίστηκε, πληροφορήθηκε ότι στο Αγγελόκαστρο διακινούνταν αναφορές για την υποψηφιότητά της και ζήτησε τη διαγραφή του ονόματός της πριν λήξει η προθεσμία. Στη συνέχεια ανακοίνωσε την παραίτησή της και δήλωσε ότι στήριζε υποψηφίους του συνδυασμού του δημάρχου Γιώργου Παπαναστασίου, μεταξύ των οποίων και συγγενικά της πρόσωπα.
Η απάντηση της παράταξης Πιστιόλα υπήρξε άμεση: Από την πρώτη στιγμή χαρακτήρισε τους ισχυρισμούς κατασκευασμένους και υποστήριξε ότι η συγκεκριμένη υποψηφιότητα ήταν οικειοθελής. Παρουσίασε, μάλιστα, επικοινωνίες και μήνυμα από τα οποία, κατά την εκδοχή της, προέκυπτε ότι η ίδια η γυναίκα είχε επιδιώξει τη συμμετοχή της στο ψηφοδέλτιο και είχε επιλέξει ως εκλογική περιφέρεια τη Γαβαλού. Η παράταξη έκανε λόγο για προβοκάτσια και για μια παλαιοκομματική μεθόδευση, σχεδιασμένη να προκαλέσει σύγχυση και να πλήξει προσωπικά τον επικεφαλής της.
Τρία χρόνια αργότερα, η δικαστική κρίση ήρθε να επιβεβαιώσει τον πυρήνα αυτής της απάντησης. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αγρινίου έκρινε ότι οι αναφορές περί πιέσεων και εκβιασμών για τη συμμετοχή της στο ψηφοδέλτιο ήταν ψευδείς και ικανές να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του Κώστα Πιστιόλα και της συζύγου του. Κατά την απόφαση, οι δύο δεν άσκησαν πίεση στην εργαζόμενη, ενώ εκείνη γνώριζε ότι οι σχετικοί ισχυρισμοί δεν ανταποκρίνονταν στην αλήθεια.
Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι το δικαστήριο απέρριψε και τον ισχυρισμό πως η πραγματική πρόθεση της οικογένειας Πιστιόλα ήταν να τη συμπεριλάβει στο ψηφοδέλτιο για να «πολεμήσει» τον αδελφό του συζύγου της, δηλαδή τον πρόεδρο της Κοινότητας Αγγελοκάστρου. Η απόφαση δέχθηκε ότι και αυτός ο ισχυρισμός ήταν ψευδής και ότι η ίδια γνώριζε την αναλήθειά του. Έτσι, καταρρίφθηκε το στοιχείο που είχε δώσει στην υπόθεση έντονο τοπικό και προσωπικό χαρακτήρα.
Η δικαστική απόφαση δεν περιορίστηκε στην απόρριψη των καταγγελιών. Αναγνώρισε προσβολή της προσωπικότητας των εναγόντων, επιδίκασε χρηματική ικανοποίηση και υποχρέωσε την εναγόμενη να αναρτήσει στο προσωπικό της προφίλ στο Facebook περίληψη της απόφασης, προκειμένου να αποκατασταθεί η αλήθεια. Προβλέφθηκε επίσης χρηματική ποινή σε περίπτωση μη συμμόρφωσης.
Πρόκειται για μια θεσμική απάντηση σε μια υπόθεση που χρησιμοποιήθηκε επιθετικά μέσα στην προεκλογική περίοδο. Οι καταγγελίες δεν έμειναν στο επίπεδο της πολιτικής κριτικής, αλλά άγγιξαν την προσωπική και επαγγελματική υπόσταση ανθρώπων, δημιουργώντας την εντύπωση ότι μια εργαζόμενη εξαναγκάστηκε να γίνει υποψήφια. Η δικαστική κρίση αποδόμησε αυτή την εικόνα και έθεσε σαφή όρια ανάμεσα στην πολιτική αντιπαράθεση και στη συκοφαντική προσβολή.
Η υπόθεση φωτίζει και τον τρόπο με τον οποίο το Αγγελόκαστρο μετατράπηκε τότε σε πεδίο μιας ευρύτερης εκλογικής σύγκρουσης. Η συγγένεια της γυναίκας με τον νυν πρόεδρο της Κοινότητας έδωσε το υλικό για να στηθεί το αφήγημα περί πολιτικής στόχευσης. Όμως το δικαστήριο έκρινε ότι η εκδοχή αυτή δεν στηριζόταν στην αλήθεια. Το γεγονός έχει ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα, καθώς το συγκεκριμένο επιχείρημα αποτέλεσε βασικό μέσο για να εμφανιστεί η παράταξη Πιστιόλα ως δύναμη που χρησιμοποιούσε εργαζομένους και οικογενειακές σχέσεις για μικροπολιτικές επιδιώξεις.
Η απόφαση αποτελεί δικαίωση για τον Κώστα Πιστιόλα και τη σύζυγό του, αλλά και υπενθύμιση ότι η προεκλογική σκοπιμότητα δεν μπορεί να νομιμοποιεί τα πάντα. Η δημόσια αντιπαράθεση είναι αναγκαία και η πολιτική κριτική οφείλει να είναι αυστηρή. Όταν, όμως, επιστρατεύονται εν γνώσει ψευδείς ισχυρισμοί, η συζήτηση παύει να αφορά ιδέες, προγράμματα και επιλογές και μετατρέπεται σε απόπειρα προσωπικής εξόντωσης.
Η υπόθεση δεν αφορά μόνο μια δικαστική νίκη. Αφορά την κατάρρευση μιας ολόκληρης προεκλογικής κατασκευής. Αφορά το Αγγελόκαστρο, τις συγγενικές σχέσεις που εργαλειοποιήθηκαν και έναν πρόεδρο Κοινότητας που βρέθηκε στο κέντρο ενός σεναρίου το οποίο η Δικαιοσύνη έκρινε ψευδές. Και κυρίως αφορά την ανάγκη η πολιτική ζωή να επιστρέψει στα πραγματικά προβλήματα των πολιτών, μακριά από τη λάσπη, τις προσωπικές επιθέσεις και τις μεθοδεύσεις που δηλητηριάζουν τον δημόσιο διάλογο.
Σε δήλωσή του, ο Κώστας Πιστιόλας σημειώνει:
«Έχω απόλυτη εμπιστοσύνη στην ελληνική Δικαιοσύνη. Δεν επιδιώκω τις δικαστικές αντιπαραθέσεις, όμως κανείς δεν πρέπει να εκλαμβάνει τη θεσμική μας στάση και την ψυχραιμία μας ως αδυναμία. Όσοι σκοπεύουν να μεταχειριστούν παρόμοιες μεθόδους, να γνωρίζουν ότι εκεί θα κληθούν να λογοδοτήσουν. Εμείς, ως παράταξη, εργαζόμαστε συστηματικά, χωρίς επικοινωνιακή διαχείριση και χωρίς θόρυβο, αλλά με σχέδιο, ουσία και ευθύνη, για την επόμενη μέρα του Αγρινίου. Πορευόμαστε με την ίδια καθαρότητα, με σεβασμό στους θεσμούς και στους πολίτες και με μοναδικό κριτή την κοινωνία του Αγρινίου. Συνεχίζουμε κοιτώντας μπροστά και με το βλέμμα ψηλά. Γιατί για εμάς το «Αγρίνιο, Πάμε Ψηλά» δεν ήταν ποτέ απλώς το όνομα μιας παράταξης. Ήταν και παραμένει επιλογή πορείας ».









