ΑΓΙΑ ΒΑΡΒΑΡΑ Η ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού
Ορισμένοι άγιοι της Εκκλησίας μας έχουν την προσωνυμία Μεγαλομάρτυρες, διότι υπέστησαν ιδιαίτερα σκληρά βασανιστήρια, κατά την ομολογία τους στο Χριστό και την άρνησή τους να ασπασθούν αλλότριους ψεύτικους «θεούς» και να θυσιάσουν στα άψυχα είδωλα. Ανάμεσα σ’ αυτούς συγκαταλέγεται η Μεγαλομάρτυς Βαρβάρα, μια ηρωική κόρη, η οποία αντάλλαξε τις δόξες του κόσμου με την πίστη της και την προσήλωσή τους στο Σωτήρα Χριστό.
Γεννήθηκε και έζησε σε καιρούς, στα χρόνια του αυτοκράτορα Μαξιμιανού (286-305), όπου είχε λάβει χώρα ο μεγαλύτερος και σκληρότερος διωγμός κατά των Χριστιανών, από το αντίχριστο και δαιμονικό Ρωμαϊκό Κράτος. Ήταν κόρη ενός φανατικού ειδωλολάτρη, ονόματι Διοσκούρου, ο οποίος συγκαταλέγονταν στους ευγενείς, πλουσίους και αξιωματούχους της μεγάλης πόλεως Ηλιουπόλεως της Αιγύπτου. Ο Διόσκουρος φρόντισε να την μεγαλώσει με την ευσέβεια στα δαιμονικά είδωλα και τους ανύπαρκτους, διεφθαρμένους «θεούς», οι οποίοι υπαγόρευαν στους άτυχους λατρευτές τους κάθε ανηθικότητα και κακουργία. Να τους μοιάζουν οι άνθρωποι, να γίνουν μιμητές τους. Φρόντισε επίσης να της δώσει την πιο μεγάλη εκπαίδευση, στέλνοντάς την στις ονομαστές σχολές της Αλεξάνδρειας. Είχε αναδειχθεί ως μία από τις σπουδαιότερες κόρες της περιοχής.
Όταν έφτασε στην εφηβεία, παρουσίασε ασυνήθιστο σωματικό κάλλος, γεγονός που ανάγκασε τον Διόσκουρο να την κλείσει στον πύργο του, από φόβο μήπως την απαγάγουν, σύμφωνα με τα βάρβαρα ήθη της εποχής. Αλλά υπήρχε και μια άλλη αιτία: την εποχή αυτή, παρ’ όλους τους σκληρούς διωγμούς εναντίων του Χριστιανισμού, μεγάλα πλήθη ειδωλολατρών εγκατέλειπαν την ειδωλολατρία και ασπάζονταν την πίστη στο Χριστό. Περισσότερο, μεταστρέφονταν οι νέοι, οι οποίοι δεν ικανοποιούνταν από την παχυλή ειδωλολατρία. Έτσι οι ειδωλολάτρες γονείς φρόντιζαν να περιορίζουν τα παιδιά τους.
Όμως, άγνωστο πως, η όμορφη αρχοντοπούλα Βαρβάρα, γνώρισε τον Χριστιανισμό, ίσως από κάποιους υπηρέτες της, κρυφούς Χριστιανούς, πίστεψε στο Χριστό και βαπτίστηκε κρυφά. Για πολύ καιρό κρατούσε την πίστη της κρυφή και τελούσε τις προσευχές της την νύχτα. Το μυστικό της όμως δεν άργησε να φανερωθεί. Κάποια μέρα ζήτησε από τους τεχνίτες του πύργου να ανοίξουν τρία παράθυρα στα διαμερίσματά της, τα οποία συμβόλιζαν για εκείνη, την Αγία Τριάδα και το άκτιστο φως Της, που εκπέμπει στον κόσμο. Οι τεχνίτες το ανήγγειλαν στον πατέρα της.
Ο φανατικός ειδωλολάτρης Διόσκουρος ταράχτηκε όταν άκουσε πως η θυγατέρα του αρνήθηκε τη θρησκεία του και έγινε Χριστιανή, δηλαδή ασπάστηκε την πίστη, που οι ειδωλολάτρες χαρακτήριζαν ως θρησκεία των παρακατιανών και των δούλων. Άρπαξε ένα κοφτερό ξίφος και όρμισε στο δωμάτιό της να τη φονεύσει. Εκείνη τον κατάλαβε και κατάφερε να ξεφύγει. Έφυγε τρέχοντας και βρήκε καταφύγιο στα όρη. Περιπλανιόταν για αρκετό καιρό, προσευχόμενη. Όμως ο πατέρας της την εντόπισε, έστειλε τους δούλους του και τη συνέλαβαν. Την έδεσαν και την έφεραν μπροστά του και τη ρώτησε γιατί αρνήθηκε τους πατρογονικούς «θεούς» της και ασπάστηκε τη βάρβαρη και απολίτιστη πίστη των Χριστιανών.
Εκείνη, γεμάτη καλοσύνη και ανεξικακία προς τον γονιό της, του εξήγησε ότι η πίστη στο Χριστό είναι η αληθινή πίστη στον μόνο αληθινό Θεό, η οποία αδελφοποιεί όλους τους ανθρώπους της γης, κάνοντάς τους αδέλφια. Ότι όλοι οι άνθρωποι, ευγενείς, άσημοι και δούλοι είμαστε παιδιά του ιδίου Θεού και δεν έχουμε δικαίωμα να κάνουμε διακρίσεις. Ότι η πατρογονική θρησκεία σε ανύπαρκτους κακούργους, ανήθικους και γελοίους «θεούς» είναι οικτρή πλάνη. Ο πατέρας της έγινε σωστό
θηρίο από το θυμό του. Δεν ήθελε να ακούσει τίποτε περισσότερο και γι’ αυτό την παρέδωσε στον τοπικό άρχοντα Μαρκιανό, με την κατηγορία, ότι αρνήθηκε την κρατική θρησκεία, βρίζει τους «θεούς», της αυτοκρατορίας και παραβαίνει τις διαταγές του αυτοκράτορα, μη θέλοντας να θυσιάσει στα είδωλα.
Ο Μαρκιανός ήταν ένας θηριώδης άνθρωπος, θρησκόληπτος και δεισιδαίμονας. Είχε θέσει ως σκοπό της ζωής του να εξαλείψει την πίστη στο Χριστό από την περιοχή του, εφαρμόζοντας με ακρίβεια τα αυτοκρατορικά διατάγματα. Παρέλαβε την Βαρβάρα και την υπέβαλλε σε φρικτά βασανιστήρια. Πίστευε ότι οι αφόρητοι πόνοι θα λύγιζαν τη νεαρή Χριστιανή κόρη, θα αρνιόταν την πίστη της και θα προσέφερε θυσία στους ειδωλολατρικούς «θεούς». Όμως εκείνη έμεινε εδραία και αμετακίνητη στην πίστη της. Θεωρούσε τι πληγές του νεανικού της κορμιού ως χρυσά διαδήματα του Μεγάλου Δεσπότη Χριστού. Ως στεφάνια αμαράντινα στο κεφάλι της!
Αφού είδε ο Μαρκιανός ότι τα μαρτύρια δεν έφερναν κανένα αποτέλεσμα σκέφτηκε κάτι χειρότερο: τη δημόσια διαπόμπευσή της. Με τη σύμφωνη γνώμη του πατέρα της, ο οποίος παρακολουθούσε τα βασανιστήριά της, τη γύμνωσαν και την περιέφεραν στους κεντρικούς δρόμους της πόλεως, όπου οι φανατικοί ειδωλολατρικοί όχλοι την χλεύαζαν, την έφτυναν και την καταριόντουσαν. Εκείνη ήρεμη και γαλήνια, προσεύχονταν στο Χριστό και συγχωρούσε, τους βασανιστές της και το έξαλλο πλήθος, που την λοιδορούσε.
Αφού τελείωσε η διαπόμπευση, ο μανισμένος πατέρας της, σαν μανιασμένο θηρίο, έσυρε το ξίφος του, όρμισε εναντίον της και την αποκεφάλισε, κάτω από τις επευφημίες του ειδωλολατρικού όχλου! Αλλά την ίδια στιγμή, και ενώ ήταν ξαστεριά, ένας κεραυνός έπεσε στο κεφάλι του και θανάτωσε οικτρά τον πατροκτόνο ειδωλολάτρη! Ευσεβείς Χριστιανοί περιμάζεψαν κρυφά το τίμιο λείψανο της Μάρτυρος και το ενταφίασαν με τιμές.
Αργότερα, μετά τη λήξη των διωγμών, τα τίμια λείψανά της κατατέθηκαν στην Κωνσταντινούπολη. Τον 11ο αιώνα ένα μέρος μεταφέρθηκε στη Βενετία. Τεμάχια της Κάρας της υπάρχει στη Μονή Μ. Σπηλαίου και στο Άγιον Όρος. Άλλα τεμάχια υπάρχουν σε πολλές Ιερές Μονές και Ναούς. Θεωρείται ως η προστάτρια των ετοιμοθάνατων και γι’ αυτό εικονίζεται με ένα άγιο Ποτήριο στο χέρι. Στην πατρίδα μας θεωρείται προστάτρια του Πυροβολικού από το έτος 1828. Πάμπολλοι ναοί είναι αφιερωμένοι στη χάρη της και χιλιάδες Χριστιανές φέρουν με καμάρι το όνομά της. Η μνήμη της εορτάζεται στις 4 Δεκεμβρίου.
ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ: Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΥΜΝΟΓΡΑΦΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Οι μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας μας έβαλαν τη δική τους σφραγίδα ο καθένας στη διατύπωση της αποκαλυμμένης και σώζουσας αλήθειας. Είναι όντως θαυμαστό το γεγονός ότι ουδέποτε υπήρξε χρόνος στη δισχιλιόχρονη πορεία της Εκκλησίας μας να μην υπάρχουν Πατέρες και διδάσκαλοι, οι οποίοι εκφράζουν την αυτοσυνειδησία Της.
Μια από τις μεγάλες πατερικές μορφές υπήρξε και ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, ο οποίος έζησε και έδρασε σε μια κρίσιμη εποχή για την Εκκλησία, όπου η εικονομαχία συγκλόνιζε τα θεμέλιά Της. Γεννήθηκε στη Δαμασκό της Συρίας περί το 645 από ευγενείς γονείς. Η πατρίδα του, όπως και όλη η Μ. Ανατολή βρισκόταν στην εξουσία των Αράβων κατακτητών. Ο πατέρας του Σέργιος ήταν υπουργός των οικονομικών του άραβα χαλίφη Αβδέλ Μελέκ του Α΄, φιλάνθρωπος και προστάτης των χριστιανικών πληθυσμών από τις αυθαιρεσίες των Αγαρηνών. Τον γιό του Ιωάννη τον θεώρησε ως δώρο του Θεού. Φρόντισε να του δώσει ευσέβεια και μόρφωση. Διάλεξε ως δάσκαλό του έναν επιφανή άνδρα από την Ιταλία, τον μοναχό Κοσμά, τον οποίο έσωσε από θάνατο. Αυτός του δίδαξε θεολογία, φιλολογία, ρητορική, αστρονομία και μουσική. Μαζί του μεγάλωνε και σπούδαζε ο θετός αδελφός του Κοσμάς, τον οποίο υιοθέτησε η οικογένειά του λόγω ορφάνιας. Είναι ο κατοπινός μεγάλος ποιητής της Εκκλησίας μας, επίσκοπος Μαϊουμά Κοσμάς ο Μελωδός.
Όταν ολοκληρώθηκαν οι σπουδές των δύο νέων ο δάσκαλός τους μοναχός Κοσμάς ζήτησε την άδεια να αναχωρήσει για τη λαύρα του Αγίου Σάββα στην Παλαιστίνη, όπου κοιμήθηκε εν ειρήνη. Λίγο αργότερα κοιμήθηκαν και οι γονείς τους. Οι Σαρακηνοί εκτιμώντας τη μόρφωση του Ιωάννη του έδωσαν το αξίωμα του πατέρα του, παρά τη θέλησή του, διότι εκείνος ποθούσε τη μοναχική ζωή.
Το 726 ο εικονομάχος αυτοκράτορας του Βυζαντίου Λέων Γ΄ Ίσαυρος (717-741) προκάλεσε τη μεγάλη εικονομαχική έριδα, η οποία για εκατό και πλέον χρόνια συντάραξε την Εκκλησία, με αμέτρητους μάρτυρες και ομολογητές. Ο Ιωάννης ανάλαβε να υπερασπίσει την ορθόδοξη πίστη, στέλνοντας επιστολές στη Βασιλεύουσα, στηλίτευε την εικονομαχία ως φρικτή ασέβεια και αίρεση. Ο αυτοκράτορας εξαγριώθηκε και αποφάσισε να βάλλει ανθρώπους να τον συκοφαντήσουν στον άρχοντα των Σαρακηνών, προκειμένου να τον θανατώσει. Βρήκε έμπειρο καλλιγράφο, ο οποίος μιμήθηκε τον γραφικό χαρακτήρα του Ιωάννη, και έγραψε ψεύτικη επιστολή προς τον αυτοκράτορα, ότι δήθεν ζητούσε από αυτόν να απελευθερώσει τη Δαμασκό από τους Αγαρηνούς! Η επιστολή κοινοποιήθηκε στον Άραβα ηγεμόνα της Δαμασκού, ο οποίος πίστεψε στη συκοφαντία και συνέλαβε τον Ιωάννη. Διέταξε να του κόψουν το δεξί χέρι και να το κρεμάσουν στην αγορά για παραδειγματισμό. Ο Ιωάννης ζήτησε το χέρι του από τον ηγεμόνα και με θερμή προσευχή στο ναό του σπιτιού του, στην Παναγία έγινε το θαύμα, κώλυσε και αποκαταστάθηκε απόλυτα!
Το θαυμαστό αυτό γεγονός άλλαξε τη ζωή του. Πήρε τη μεγάλη απόφαση να πραγματοποιήσει το νεανικό του πόθο, να γίνει μοναχός. Απελευθέρωσε τους δούλους, που είχε κληρονομήσει από τους γονείς του, μοίρασε τη μεγάλη περιουσία του στους φτωχούς και αναχώρησε για τα Ιεροσόλυμα, τη Μονή του Αγίου Σάββα, όπου ντύθηκε το μοναχικό ένδυμα και άρχισε την άσκηση. Μια από τις ασκήσεις που του υπέβαλε ο ηγούμενος ήταν να σιωπά, να μη γράφει και να μην ψέλνει, μέχρι που είδε ο πνευματικός του σε όραμα την Θεοτόκο η Οποία του σύστησε να τον αφήσει
να γράφει και να ψέλνει. Ο Ιωάννης άρχισε να γράφει τα σπουδαία θεολογικά του συγγράμματα και να συνθέτει εκκλησιαστικούς ύμνους άφθαστου μεγαλείου.
Συνέγραψε το περίφημο θεολογικό έργο: «Έκδοσις Ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως», το οποίο είναι η πρώτη συστηματική δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας μας. Επίσης συνέγραψε το «Βίο Βαρλαάμ και Ιωάσαφ», μια διδακτικότατη αγιολογική βιογραφία, «Διαλεκτικά», «Η Θεοτόκος», «Κατά Μανιχαίων», κλπ. Παράλληλα έδινε τιτάνιους αγώνες υπέρ των Ορθοδόξων, στηλιτεύοντας και αποκρούοντας με επιτυχία τους εικονομάχους. Ο άγιος Ιωάννης είναι ο κυριότερος υπερασπιστής του ορθοδόξου δόγματος κατά την πρώτη φάση της εικονομαχικής περιόδου. Η Σύνοδος του 787 (Ζ ΄Οικουμενική Σύνοδος), στηρίχτηκε στην αντιρρητική διδασκαλία του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, αποκαθιστώντας την προσκύνηση των Ιερών Εικόνων.
Ταυτόχρονα συνέθετε τα χιλιάδες υμνογραφικά ποιήματα, τα οποία φέρουν την υπογραφή του, κανόνες, ιδιόμελα, προσόμοια, θεοτοκία, κ.α. σε Δεσποτικές, Θεομητορικές εορτές και μνήμες αγίων. Ο άγιος Ιωάννης είναι ο δημιουργός του εκκλησιαστικού λειτουργικού βιβλίου της Οκτωήχου, το οποίο περιέχει την υμνολογία των οκτώ ήχων. Έγραφε ο ίδιος τους ύμνους και τους μελωδούσε, διότι εκτός από ποιητής ήταν και άφθαστος μουσουργός. Είναι αυτός που εφεύρε την οκτώηχο και επινόησε την σημειογραφία της βυζαντινής μουσικής. Αντιπροσωπευτικά παραδείγματα του υμνολογικού του έργου είναι οι θεσπέσιοι κανόνες του Πάσχα «Αναστάσεως ημέρα» και του ιαμβικού των Χριστουγέννων «Έσωσε λαόν θαυματουργών Δεσπότης». Για τούτο χαρακτηρίστηκε ως «χρυσορρόας ποταμός της Εκκλησίας». Μαζί με τον αυτάδελφό του, άγιο Κοσμά το Μελωδό, είναι οι κορυφαίοι υμνογράφοι της Εκκλησίας μας και συγκαταλέγονται στους μεγάλους ποιητές και μουσουργούς της παγκόσμιας ιστορίας.
Χωρίς να τη θέλησή του χειροτονήθηκε πρεσβύτερος για να υπηρετεί τις λειτουργικές ανάγκες της Μονής. Αφού έζησε με αρετή και αγιότητα, κοιμήθηκε σε ηλικία 104 ετών στις 4 Δεκεμβρίου του 749. Η μνήμη του εορτάζεται στις 4 Δεκεμβρίου.
Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός ανήκει αναμφίβολα στους μεγάλους Πατέρες της Εκκλησίας μας και στους μεγάλες πνευματικές μορφές της ανθρωπότητας, ο οποίος έβαλε τη δική του σφραγίδα στη θεολογία και υμνογραφία της Εκκλησίας μας και στον παγκόσμιο πολιτισμό. Αυτές οι λαμπρές προσωπικότητες θα πρέπει να είναι και για μας τα φωτεινά ορόσημα, για να ξαναβρούμε το δρόμο της πνευματικής μας αναγέννησης.
ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΦΑΝΑΡΙΟΥ
Τους ποταμούς αιμάτων, τα οποία χύθηκαν καθ’ όλη τη διάρκεια των τετρακοσίων χρόνων της τουρκικής δουλείας, είναι εμπλουτισμένα και με το αίμα χιλιάδων κληρικών, όλων των βαθμών. Ένας από αυτούς ο οποίος έδωσε τη ζωή του στην υπηρεσία της ελεθερίας και της ποιμαντικής του συνέπειας είναι και ο άγιος Ιερομάρτυς Σεραφείμ, επίσκοπος Φαναρίου και Νεοχωρίου. Ένας αληθινός και αφοσιωμένος Ιεράρχης και συνάμα ένας φλογερός πατριώτης.
Γεννήθηκε στα μισά του 16ου αιώνα στο χωριό Μπεζούλια των Αγράφων. Ένα πανέμορφο χωριό στις όχθες της τεχνητλής λίμνης Πλαστήρα. Γονείς του υπήρξαν ο Σωφρόνιος Αθανασίου και η Μαρία, οι οποίοι διακρίνονταν για την ευσέβειά τους και την ενάρετη ζωή τους. Το βαπτιστικό όνομά του ήταν Σωτήριος. Οι ευσεβείς γονείς του φρόντισαν να τον αναθρέψουν σύμφωνα με τις χρστιανικές αρχές και να εμφυσίσουν στην παιδική του ψυχή την ακράδαντη πίστη στο Θεό. Επίσης του δίδαξαν τον ενάρετο βίο, την αγάπη προς όλους, την ταπείνωση και την σεμνότητα.
Τα πρώτα γράμματα τα έμαθε σε σχολείο που λειτουργούσε η Ιερά Μονή Αγίου Πνατελεήμονος, κοντά στο χωριό του, όπου έδειξε πρωτοφανή επιμέλεια και σεβασμό προς τους δασκάλους μοναχούς. Διδακτικά εγχειρίδια τα λειτουργικά βιβλία της Μονής, στα οποία εντρύφισε με ζήλο και σεβασμό. Ήρθε σε επαφή με τα ιερά κείμενα και τα αγάπησε με πάθος. Το Ψαλτήριο, η Παρακλητική, τα Μηναία, ο Απόστολος και το Ευαγγέλιο έγιναν τα αγαπημένα του αναγνώσματα. Έτσι, μαζί με την γνώση απέκτησε και αγάπη για την εκκλησιαστική ζωή. Ενωρίς γεννήθηκε στην ψυχή του η επιθυμία να ζήσει τον μοναχικό βίο.
Όταν ενηλικιώθηκε, αφού πήρε την ευχή των γονέων του, περιπλανήθηκε σε διάφορες Μονές των Αγράφων και κατέληξε στην ονομαστή Ιερά Μονή Κορώνης, η οποία δεν απείχε μακριά από το χωριότου και ήταν σημαντικό πνευματικό κέντρο της ευρύτερης περιοχής. Στον ιερό εκείνο χώρο, στην ηρεμία του γαλήνιου ορεινού τοπίου, βρήκε αυτό που ζητούσε η ανήσυχη ψυχή του: το κατάλληλο κλίμα για να ασκηθεί πνευματικά. Οι αδελφοί της Μονής τον δέχτηκαν και τον καθοδήγησαν, ώστε σε σύντομο χρόνο να αναδείξει την πνευματική του ωριμότητα, τα χαρίσματά του και τις αρετές του. Ντύθηκε το μοναχικό αγγελικό σχήμα, λαμβάνοντας το μοναχικό όνομα Σεραφείμ, βιώνοντας με ακρίβεια τη μοναχική ζωή, συμμετέχοντας με όλη τη δύναμη της ψυχής του στη λειτουργική ζωή και εκτελώντας με περισή προθυμία τις διακονίες, όσο ταπεινές και κοπιαστικές και αν ήταν. Έτσι κέρδισε την αγάπη και το σεβασμό των αδελφών της Μονής.
Σύντομα του προτάθηκε να εισέλθει στις τάξεις της ιεροσύνης, χειροτονήθηκε διάκονος, σύντομα πρεσβύτερος και κατόπιν ηγούμενος της Ιεράς Μονής. Επί της ηγουμενίας του η Μονή αξιώθηκε να γνωρίσει ημέρες δόξης και φήμης. Από όλο τον ορεινό όγκο των Αγράφων, αλλά και του θεσσαλικού κάμπου έσπευδαν οι κατατρεγμένοι από τους Τούρκους δυνάστες, να βρουν καταφύγιο, παρηγοριά, πνευματική και υλική αρωγή. Επί πλέον η Μονή οργάνωσε Κρυφό Σχολειό, στον νάρθηκα της οποίας διδασκονταν τα σκλαβωμένα ελληνόπουλα την ελληνορθόδοξη παιδεία και καλλιεργούνταν στις ψυχές τους η ιδέα της ελευθερίας.
Η φήμη για την φωτεινή προσωπικότητα και το έργο του Σεραφείμ έφτασε μακριά. Έτσι όταν κοιμήθηκε ο Επίσκοπος Καπούας – Φαναρίου Λαυρέντιος, κλήθηκε από την Εκκλησία να το διαδεχτεί στον επισκοπικό θρόνο. Εκείνος αρχικά διατυπωσε τις αντιρρήσεις του, λόγω της ταπεινότητας, που τον διέκρινε, αλλά τελικά υποτάχτηκε στη θέληση της Εκκλησίας, η οποία ταλανίζονταν από τη φοβερή τουρκική σκλαβιά.
Ο σεβάσμιος και δαρστήριος Σεραφείμ διέπρεψε και ως Επίσκοπος. Στη σύντομη επισκοπική του διακονία άσκησε ένα πρωτόγνωρο ποιμαντικό, πνευματικό, κοινωνικό και εθνικό έργο. Αναδείχτηκε αληθινός ποιμένας των λογικών προβάτων, που του εμπιστεύθηκε ο Θεός. Οι πιστοί της επισκοπής του τον αγαπούσαν και τον εμπιστεύονταν σαν πατέρα τους και εκείνος έδειχνε την πατρική του αγάπη προς αυτούς.
Αλλά υπήρχαν και εκείνοι που τον μισούσαν. Πρόκειται για τους Τούρκους, οι οποίοι έβλεπαν με φθόνο και καχυποψία τη δράση του δυναμικού Επισκόπου. Γι’ αυτό και ζητούσαν να βρουν αφορμή να τον συλλάβουν και να τον σκοτώσουν.
Αυτή η αφορμή δόθηκε. Στα 1601 ο θριλικός και ηρωικός Επίσκοπος Τρίκκης (Λαρίσης) Διονύσιος ο Φιλόσοφος, μη αντέχοντας να βλέπει τα φρικώδη δεινά των υποδούλων Ελλήνων, υποκίνησε επανάσταση κατά των Τούρκων στη Δυτική Θεσσαλία. Φυσικά το κίνημα απέτυχε και καταπνύγηκε στο αίμα. Ο φλογερός Επίσκοπος οδηγήθηκε στα Γιάννενα και ύστερα από φρικτά μαρτύρια, γδάρθηκε ζωντανός. Επίσης και όλοι οι συνεργάτες του είχαν ανάλογη τύχη.
Για να τροκρατήσουν τους υπόδουλους Έλληνες, ασκούσαν φοβερή τρομοκρατία στην ευρύτερη περιοχή. Συνελάμβαναν αθώους, τους καταλόγιζαν ψευδείς κατηγορίες ότι δήθεν ήταν συνεργάτες του Επισκόπου Διονυσίου, τους οποίους βασάνιζαν απάνθρωπα και θανάτωναν. Ένας από αυτούς ήταν και ο Επίσκοπος Φαναρίου Σεραφείμ. Τον κατηγόρησαν ως δήθεν συναργάτη του Διονυσίου, αλλά εκείνος έλειπε την περίοδο της επανάστασης σε ποιμαντική και ιεραποστολική περιοδία στα χωριά των ορεινών Αγράφων.
Επέστρεψε στο Φανάρι στις 3 Δεκεμβρίου του 1601 και επισκέφτηκε τις τουρκικές αρχές, για να δηλώσει την επιστροφή του, όπως όριζαν οι τουρκικοί νόμοι και να δώσει το καθιερωμένο «μπακσίσι» στον τούρκο διοικητή. Αλλά εκεί τον περίμενε μια έκπληξη. Μόλις εισήλθε στο διοικητήριο, οι παριστάμενοι αγάδες είπαν: «Αυτός ήταν με το Διονύσιο, πως τολμά και παρουσιάζεται μπροστά μας;». Εκείνος, σάστισε και τους απάντησε ότι ήταν αθώος και πως έλειπε σε περιοδία. Εκείνοι όμως βρίζοντας του είπαν: «Αποστάτη και προδότη, θα λάβεις και εσύ όπως σου αξίζει την αμοιβή σου. Το μόνο που σου μένει είναι να αλλαξοπιστήσεις, να γίνεις Τούρκος και εμείς θα σε συγχωρήσουμε και θα σε τιμήσουμε κιόλας».
Ο Σεραφείμ δεν σκέστηκε ούτε στιγμή την δόλια πρότασή τους. Τους δήλωσε πως «Σε καμιά περίπτωση δεν θα αρνηθώ το Χριστό μου. Τις δικές σας τιμές τις καταφρονώ»! Εκείνοι γεμάτοι θυμό και αγανάκτηση όρμισαν επάνω του, τον κτύπησαν, τον κακοποίησαν και τον έσυραν στο θυριώδη διοικητή Φαναρίου Χαμουζάμπεη, φωνασκώντας ότι «Και ετούτος ήταν επαναστάτης καὶ συνεργαζόταν μὲ τὸν καταραμένο Διονύσιο. Είναι εχθρὸς και φοβερὸς αντίπαλός μας. Θάνατος στον προδότη»!
Ο τούρκος διοικητής κάλεσε τον Σεραφείμ κοντά του και χρησιμοποίησε τη γνωστή μέθοδο της δήθεν καλοσύνης και επιείκειας, με ταξίματα και τιμές, αν ήθελε να αλλαξοπιστήσει. «Σεραφείμ, ἐσὺ εἶσαι ἔξυπνος ἄνθρωπος. Ἀπορῶ πῶς τὸ ἔπαθες καὶ συμφώνησες μὲ τὸν ἀνόητο ἐκεῖνο Διονύσιο καὶ δὲν σκέφθηκες πὼς τὸ κίνημά σας, ὄχι μόνον ἦταν ἀδύνατο νὰ ἐπικρατήση, ἀλλὰ θὰ στοίχιζε καὶ τὸ κεφάλι σας. Νά, πιάστηκες καὶ κινδυνεύεις νὰ τιμωρηθῆς παραδειγματικὰ μὲ φρικτὸ θάνατο. Τὸ καλὸ ποὺ σοῦ θέλω, νὰ γίνης Τοῦρκος, ἄν θέλης νὰ σοῦ χαρίσουμε τὸ κεφάλι· ἀκόμα καὶ μεγάλη θέση σοῦ δίνουμε καὶ πλούτη καὶ δόξα σοῦ ἐξασφαλίζουμε».
Ο ηρωικός Επίσκοπος άκουσε με προσοχή τα λόγια του διοικητή και του απάντησε χωρίς άλλη περίσκεψη: «Ἀπὸ τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ δὲν θ’ ἀποχωρισθῶ
ποτέ. Ἀντιθέτως, μετὰ χαρᾶς καὶ εὐφροσύνης θὰ δεχθῶ τὸν θάνατον χίλιες φορὲς γιὰ τὸ ὄνομά Του τὸ Ἅγιον. Δι’ αὐτὸ σφάξε, κόψε, κάμε ὅ,τι σοῦ λέγει ὁ νόμος»! Ταυτόχρονα μια ανεξήγητη γαλήνη πλήρωσε την ψυχή του, αποδιώχνωντας κάθε ίχνος φόβου και αγωνίας.
Ο διοικητής Χαμουζάμπεης έγινε σωστό θηρίο από το θυμό του. Πρόσταξε στους αιμοβόρους υποτακτικούς του να τον δείρουν αλύπητα και να του κόψουν τη μύτη. Ο Σεραφείμ υπόμεινε με καρτερία και αδιαμαρτύρητα τα μαρτύρια, ευχαριστώντας και υμνώντας το Θεό, ο Οποίος τον αξίωσε να κακοπαθήσει για την αγάπη Του. Κατόπιν έδωσε διαταγή να τον κλείσουν στο πιο σκοτεινό και υγρό μπουντρούμι, χωρίς φαγητό και νερό, με σκοπό να δειλιάσει και να αλλαξοπιστήσει. Μάταια όμως ήλπιζε ο Χαμουζάμπεης, ο ηρωικός Επίσκοπος ήξερε να πεθαίνει ως Χριστιανός και Έλληνας. Την όλη τη νύχτα, παρά τους αφόρητους πόνους, προσευχόταν στο Θεό και την Παναγία, να τον βοηθήσει να υπομείνει το μαρτύριο και να μη λιγήσει.
Την άλλη μέρα τον παρουσίασαν και πάλι στον διοικητή, ο οποίος του είπε: «Ἐ, Σεραφείμ, πιστεύω νὰ σωφρονίσθηκες μὲς τὴν φυλακή. Ἔλα, λυπήσου τὰ νιάτα σου καὶ πίστεψε στὸν Μεγάλο Προφήτη». Αλλά Εκείνος, με θάρρος και πρόσωπο που έλαμπε από αγαλίαση, αρνήθηκε και πάλι τις προσποιητές κολακίες του τούρκου αξιωματούχου. Για τούτο έδωσε διαταγή για νέα χειρότερα βασανιστήρια, τον κτύπησαν άγρια, τον ξάπλωσαν τεντώνοντάς του τα χέρια και τα πόδια και τοποθετώντας στην κοιλιά του έναν μεγάλο βράχο. Του έδωσαν να πιεί βουρκόνερο και συνέχιζαν να τον κακοποιούν.
Μετά από ώρα ο διοικητής έδωσε διαταγή: «σουβλήστε τον»! Τον πήραν και τον οδήγησαν στο κέντρο του Φαναρίου, κοντά σε ένα κυπαρίσσι, στο μέρος που σήμερα είναι ο Ναός επ’ ονόματί του. Εκείνος γαλήνιος και προσευχόμενος βάδιζε στο φοβερό μαρτύριο, ψελίζοντας προσευχές και λόγια συγχώρεσης στους δημίους του! Όταν έφτασαν στον τόπο του μαρτυρίου, τον γύμνωσαν και τον υπέβαλαν στον δια σουβλισμού φρικτότατο θάνατο. Ο άγιος δεν επέζησε για πολλή ώρα, η ψυχή του ποέταξε στα ουράνια για να συναντήσει το Χριστό, να τον δοξάσει! Το δε τίμιο σώμα του έλαμπε από ανεξήγητο φώς και το πρόσωπό του από λαπρότητα και γαλήνη. Ήταν 4 Δεκεμβρίου του έτους 1601.
Ο Χαμουζάμπεης έδωσε διαταγή να μην ταφεί το σώμα του Ιερομάρτυρα, αλλά να παραμείνει εκεί ως φόβητρο των Ρωμηών. Μάλιστα έβαλε φρουρά να το φυλάει. Για πολλές ημέρες έμεινε άταφο, αλλά άφθαρτο. Δεν πέστη αλλοιώσεις, σήψη και δυσοσμία, αλλά συνέχιζε να λάμπει και να ευωδιάζει! Κατόπιν έκοψαν το κεφάλι του αγίου, το οποίο έστειλαν στα Τρίκαλα, όπου το παλούκωσαν, μαζί με τα κεφάλια άλλων δύο επαναστατών. Το σώμα το έριξαν από το κάστρο του Φαναρίου και το εξαφάνισαν.
Ο ευλαβλης ηγούμενος της Ιεράς Μονής Δουσίκου, κατάφερε να πάρει την τίμια κεφαλή και να την μεταφέρει στο μοπναστήρι, ως πολίτιμο θησαυρό. Μάλιστα υπάρχουν σ’ αυτή εμφανή ίχνη από δέρμα! Η μνήμη του εορτάζεται στις 4 Δεκεμβρίου, την ημέρα του ηρωικού του μαρτυρίου. Συγκαταλλέγεται στους θαυματουργούς αγίους, επιτελώντας άπειρα θαύματα σε όσους τον επικαλούνται με ευλάβεια και πίστη.
Ο άγιος Ιερομάρτυρας Σεραφείμ αποτελεί μια ακόμα ζωντανή απόδειξη για τον εθναρχικό ρόλο της Εκκλησίας μας στα τραγικά χρόνια της τουρκής δουλείας. Μια ηχηρή απάντηση σε όλους τους ανιστότητους και κακόβουλους συκοφάντες, ότι δήθεν η Εκκλησία βρικόταν με το μέρος των αλλοθρήσκων τυράννων του λαού μας! Η συντριπτική πλειοψηφία του ορθοδόξου κλήρου είναι ταυτόσημη με το βίο του αγίου Σεραφείμ!









